μόνα

μόνα
μόνος
alone
neut nom/voc/acc pl
μόνᾱ , μόνος
alone
fem nom/voc/acc dual
μόνᾱ , μόνος
alone
fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • μονά — μονάς solitary fem voc sg μονά̱ , μονή abiding fem nom/voc/acc dual μονά̱ , μονή abiding fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόνᾳ — μόναι , μόνος alone fem nom/voc pl μόνᾱͅ , μόνος alone fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονάσας — μονά̱σᾱς , μονάζω to be alone fut part act fem acc pl (doric) μονά̱σᾱς , μονάζω to be alone fut part act fem gen sg (doric) μονάσᾱς , μονάζω to be alone aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόνας — μόνᾱς , μόνος alone fem acc pl μόνᾱς , μόνος alone fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονᾶς — μονᾶ̱ς , μονάζω to be alone fut ind act 2nd sg (doric) μονή abiding fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μονάσαι — μονά̱σᾱͅ , μονάζω to be alone fut part act fem dat sg (doric) μονάζω to be alone aor inf act μονάσαῑ , μονάζω to be alone aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόναν — μόνᾱν , μόνος alone fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • ἀκύμονα — ἀκύ̱μονα , ἀκύμαντος not washed by waves neut nom/voc/acc pl ἀκύ̱μονα , ἀκύμαντος not washed by waves masc/fem acc sg ἀκύ̱μονα , ἀκύμων neut nom/voc/acc pl ἀκύ̱μονα , ἀκύμων masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ROMA — I. ROMA Latii in Italia urbs, de cuius origine et conditore diversa legimus apud auctores. Receptissima opinio est, a Romulo et Remo fratribus conditam fuisse, unde et nomen acceperit, an. primô septimae Olympiadis, teste Dionysiô Halicarnasseô,… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”